Ο «Λύκος του Υμηττού» και το έγκλημα στη στάνη
Μια ζεστή νύχτα του Αυγούστου του 1963 η ησυχία στο στρατόπεδο της Αεροπορίας πάνω από το δάσος της Καισαριανής διακόπηκε από τις απελπισμένες φωνές ενός κτηνοτρόφου. Ο άνδρας έφτασε αλλόφρων στην πύλη και ενημέρωσε ότι στη στάνη του, στον Υμηττό, είχαν πέσει πυροβολισμοί. Ο διοικητής του στρατοπέδου, συνοδευόμενος από τρεις σμηνίτες, ακολούθησε τον δρόμο προς το μαντρί. Το θέαμα που αντίκρισαν έμοιαζε βγαλμένο από θρίλερ: ο 45χρονος κτηνοτρόφος Ξενοφών Σιώκος κειτόταν νεκρός έξω από την καλύβα του και λίγα μέτρα πιο πέρα βρισκόταν το άψυχο σώμα μιας γυναίκας.
Οι έρευνες της Χωροφυλακής αποκάλυψαν ότι η άγνωστη ήταν η 39χρονη Λέλα Κοφινά, χήρα και μητέρα ενός ανάπηρου παιδιού. Τίποτα δεν είχε αφαιρεθεί από τα θύματα, γεγονός που απομάκρυνε το ενδεχόμενο της ληστείας. Η υπόθεση έμοιαζε με γρίφο, μέχρι που οι Αρχές εντόπισαν στον τόπο του εγκλήματος μια ανυπόγραφη συναλλαγματική που οδήγησε στον 42χρονο Πολυζώη, υπάλληλο της ΔΕΗ, οικοδόμο και εκκλησιαστικό επίτροπο, ο οποίος είχε οικονομικές διαφορές τόσο με την Κοφινά όσο και με τα αδέλφια Σιώκου.
Η έρευνα αποκάλυψε ένα καλά οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο. Ο Πολυζώης παρέσυρε τη γυναίκα στον Υμηττό με το πρόσχημα μιας οικονομικής διευθέτησης και στη συνέχεια εκτέλεσε εκείνη και τον Ξενοφώντα Σιώκο με καραμπίνα. Παρά τις προσπάθειές του να παρουσιάσει το διπλό φονικό ως ατύχημα, τα στοιχεία, οι μαρτυρίες και η ομολογία του οδήγησαν στην καταδίκη του. Το 1964 κρίθηκε ένοχος για το έγκλημα και καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Τέσσερα χρόνια αργότερα εκτελέστηκε, περνώντας στην εγκληματολογική ιστορία ως ο «Λύκος του Υμηττού».
Στο πόντκαστ ο δρ Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου αναλύει τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και μιλά για τα «όπλα» της Αστυνομίας εκείνα τα χρόνια. Παράλληλα, σχολιάζει τους τίτλους των εφημερίδων της εποχής και την κατάργηση της θανατικής ποινής.