Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διαβάζει Ευτυχισμένες μέρες του Σάμιουελ Μπέκετ
Γραμμένο σε δυο πράξεις το θεατρικό έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1961 και έχει χαρακτηριστεί σαν ένα από τα 40 καλύτερα έργα όλων των εποχών. Eξερευνά θέματα απομόνωσης και ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τον κεντρικό χαρακτήρα του, με τον Μπέκετ να χρησιμοποιεί ένα αμείλικτο κουδούνι για να σηματοδοτήσει τον χρόνο, τονίζοντας τους περιορισμούς που επιβάλλονται στη Γουίνι καθώς παλεύει με την πραγματικότητά της. Κατά τη διάρκεια του έργου, η Γουίνι ταλαντεύεται μεταξύ στιγμών αισιοδοξίας και αναστοχασμών για την απελπισία, επιδεικνύοντας την ανθεκτικότητά της απέναντι στον εγκλωβισμό της. Οι «Ευτυχισμένες μέρες» αντιπροσωπεύουν μια κομβική στιγμή στην δραματική εξέλιξη του Μπέκετ και αποτελεί ένα ισχυρό σχόλιο για την ανθρώπινη εμπειρία, αναδεικνύοντας τον αγώνα για νόημα και σύνδεση σε έναν αδιάφορο κόσμο. Η Γουίνι μια «γυναίκα περίπου πενήντα ετών», περνάει το χρόνο της ακολουθώντας μια πολύ ακριβή καθημερινή ρουτίνα. Θαμμένη μέχρι τη μέση στη γη φλυαρεί στον σύζυγό της, Γουίλι, ο οποίος είναι σε μεγάλο βαθμό κρυμμένος και σιωπηλός. Στη τσάντα της σαν εργαλεία μνήμης έχει μια χτένα, μια οδοντόβουρτσα, μια οδοντόκρεμα, ένα μπουκάλι φάρμακο, κραγιόν, μια λίμα νυχιών, ένα περίστροφο και ένα μουσικό κουτί. Η ρουτίνα της μοιάζει με τελετουργία με τα αντικείμενα να συνδέονται με τις αναμνήσεις συγκεκριμένων ημερών και σημαντικών γεγονότων. «Αυτό που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει ολόκληρη τη σκηνή, ουρανός και γη», έγραψε ο Μπέκετ, «είναι ένας αξιολύπητος, ανεπιτυχής ρεαλισμός, το είδος της άθλιας ατημέλητης φύσης που συναντάς σε ένα μιούζικαλ ή παντομίμα τρίτης κατηγορίας, αυτή η ποιότητα της πιο πομπώδους, γελοία σοβαρής κακής μίμησης». Η Γουίνι είναι η αιώνια αισιόδοξη, ωστόσο οι πηγές της αισιοδοξίας της φθείρονται και εξαντλούνται, ενώ δεν παύει μέχρι το τέλος να θυμάται τις ευτυχισμένες μέρες.