«Αν δεν αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα»
«Αν το δει κανείς και διαχρονικά, η συνταγματική αναθεώρηση χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές για πολιτικούς λόγους», λέει ο καθηγητής Σπύρος Βλαχόπουλος, αλλά «αν δεν αλλάξει ο νόμος για την ποινική ευθύνη των υπουργών και την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, θα έχουμε πολύ μεγάλο πρόβλημα».
Θα μπορούσε η αναθεώρηση του Συντάγματος να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη και στην πολιτική; Ναι, απαντά ο κ. Βλαχόπουλος, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν δυνατό να γίνουν κάποια βήματα. Ειδικά στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης των υπουργών, αναφέρει, η αναθεωρηση θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο δραστική. «Η αναθεώρηση του 2001 και του 2019 ήταν άτολμη. Έπρεπε να γίνουν πιο σημαντικά βήματα από τότε». Παρ’ όλα αυτά, δεν κρύβει την απαισιοδοξία του: «Να κάνω μια πρόβλεψη; Και αυτή, αν γίνει, πάλι άτολμη θα είναι», λέει.
«Το πότε θα γίνει μια αναθεώρηση και πώς σχετίζεται και με τις αξιολογήσεις των πολιτικών» επισημαίνει, όμως «η πράξη δεν συμβαδίζει πάντα με την εξαγγελία μιας αναθεώρησης».
Η δική του άποψη είναι πως «η διαδικασία της ποινικής ευθύνης των υπουργών πρέπει σιγά σιγά να φύγει από τη Βουλή και να πάει στο δικαστικό σώμα». Σε νομοθετικό επίπεδο, υπάρχει η δυνατότητα αυτή, αλλά δεν έχει αξιοποιηθεί, καθώς αυτήν τη στιγμή ο νόμος περί ευθύνης υπουργών προβλέπει τη δυνατότητα γνωμοδότησης από ένα σώμα εισαγγελέων, όμως μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει χρήση αυτής της διάταξης. Τονίζει, επίσης, ότι πολλές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται, γεγονός που προκαλεί την εύλογη δυσπιστία των πολιτών.
Ο κ. Βλαχόπουλος υπενθυμίζει ότι το 2019 μπήκε στο Σύνταγμα η διάταξη για τη Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία. «Τι είναι αυτό; Πεντακόσιες χιλιάδες πολίτες με δικαίωμα ψήφου έχουν το δικαίωμα να προτείνουν την ψήφιση ενός νόμου στη Βουλή. Γιατί δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι τώρα; Γιατί πολύ απλά η Βουλή δεν ψήφισε τον εκτελεστικό του Συντάγματος Νόμου».
Θεωρεί ότι η άρνηση της πλειοψηφίας της Βουλής να εξετάσει την ποινική ευθύνη των υπουργών στην υπόθεση της Σύμβασης 717 και του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, είναι εις βάρος του πολιτικού συστήματος και των προσώπων που κατονομάζονται στις δικογραφίες αυτές. Γιατί, αν ρωτήσετε τώρα τους πολίτες, θα σας πουν «ναι, το έχουν κάνει, ενώ μπορεί και να μην το έχουν κάνει. Το “έρμο” τεκμήριο αθωότητας σε αυτήν τη χώρα το έχουμε ξεχάσει τελείως. Αλλά όταν ξεκινάει μια διαδικασία και παρότι έρχεται η δικογραφία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δεν προχωράει, αυτό ενισχύει την δυσπιστία του κοινού και καταστρατηγεί στην πράξη αυτό το τεκμήριο αθωότητας, που πρέπει να το έχουν όλοι, και οι υπουργοί».