Η φάρσα που βγήκε σε καλό. Ελβετικό παραμύθι
Σε μια μικρή πόλη της Ελβετίας, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Το δάσος της κοινότητας έμενε σιγά σιγά χωρίς δέντρα και το χρηματοκιβώτιο της κοινότητας χωρίς λεφτά. Οι κάτοικοι του χωριού παραπονιούνταν ότι οι φόροι ήσαν βαριοί και ότι δεν έβλεπαν τίποτε σ’ αντάλλαγμα. Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη.
Οι σύμβουλοι μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι του συμβουλίου και έξυναν τα κεφάλια τους και τελικά έβγαλαν το συμπέρασμα ότι σε μια τέτοια απελπιστική κατάσταση δεν χωρούσε παρά γιατρειά της απελπισίας. Και αφού κουβέντιασαν και ξανακουβέντιασαν ανακάλυψαν τη γιατρειά. Ίσως να ήταν πολύ καλή, ίσως πάλι να μην ήταν, όπως κι αν είχε το πράγμα, όμως, πήραν μια απόφαση και τα μέλη του συμβουλίου τράβηξαν για την ταβέρνα του χωριού, να γιορτάσουν το γεγονός με μερικά ποτήρια κρασί.
Μα ποια ήταν η απόφαση που είχαν πάρει;
Αυτή: Όσο άσχημα διοικούταν αυτή η πόλη, τόσο καλά διοικούταν η γειτονική. Φαίνεται ότι το συμβούλιο της άλλης πόλης το αποτελούσαν σοφοί άνθρωποι. Δεν θα ήταν άσχημο να πάνε να ζητήσουν τη γνώμη τους. Ίσως μάλιστα να τους δάνειζαν κάμποση από τη σοφία τους.
Δεν ήταν εξαιρετική αυτή η ιδέα;
Οι σύμβουλοι πίστευαν πως ήταν.
Την άλλη μέρα ξεκίνησαν: ο δήμαρχος που κρατούσε ένα άδειο σακούλι παραμάσχαλα και πίσω του τα μέλη του συμβουλίου και ο κλητήρας. Έκανε ζέστη και το γρασίδι που πλαισίωνε το δρόμο ήταν κατασκονισμένο, αλλά η μέρα δεν έπαυε να είναι όμορφη.
Είχε φτάσει το μεσημέρι, όταν οι σύμβουλοι με το δήμαρχο μπήκαν στη γειτονική πόλη. Τράβηξαν για το δημαρχείο. Ο κλητήρας που βρισκόταν εκεί τους παρακάλεσε να καθίσουν.
«Σας παρακαλώ, κ. Δήμαρχε και κ. Σύμβουλοι, σε τι χρωστάμε την τιμή της επισκέψεώς σας;»
Ο δήμαρχος ξερόβηξε και έδωσε εξηγήσεις.
«Κύριε Κλητήρα, όλος ο κόσμος ξέρει και θαυμάζει την υπέροχη διοίκηση της πόλεως σας. Θα πρέπει να είσαστε στ’ αλήθεια σοφοί άνθρωποι. Γι’ αυτό ήρθαμε να ζητήσουμε τη γνώμη σας και να σας παρακαλέσουμε να μας χαρίσετε κάμποση από τη σοφία σας. Την έχουμε μεγάλη ανάγκη. Να, κοιτάξτε, έφερα και μια σακούλα για να τη βάλουμε».
Και ο δήμαρχος ξεδίπλωσε το σακούλι γεμάτος ελπίδα.
Ο κλητήρας σάστισε άμα τ’ άκουσε όλα αυτά, αλλά ήταν πολύ γρήγορος στην αντίληψη. Το άδειο σακούλι του έδωσε μια ιδέα.
«Κύριοι, είπε, χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια του, νοιώθουμε περήφανοι για το αίτημά σας και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη σας απογοητεύσουμε. Αν μου δώσετε το σακούλι σας, δεν θα κάνω περισσότερο από ένα λεπτό για να βάλω το Πνεύμα της Σοφίας μέσα σ’ αυτό».
Ο κλητήρας πήρε το σακούλι και βγήκε στον κήπο που ήταν πίσω από το δημαρχείο. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν τον έβλεπε κανένας, κατάφερε να ξεκολλήσει μια ολόκληρη σφηκοφωλιά που κρεμόταν από ένα δέντρο. Την έριξε μέσα στο σακούλι και το έκλεισε προσεχτικά και το έδεσε με σπάγκο.
«Κύριε δήμαρχε, είπε όταν ξαναπήγε στο δημαρχείο, θαρρώ πως έχω αυτό που μου ζητήσατε. Μέσα το αυτό το σακούλι είναι το Πνεύμα της Σοφίας. Κρατείστε το καλά μέχρι που να φτάσετε στην πόλη σας. Μη σας κάνει εντύπωση αν το δείτε να σαλεύει ή αν το ακούσετε να βουίζει. Αυτό θα είναι καλό σημάδι: σημάδι ότι το Πνεύμα της Σοφίας είναι πολύ ζωντανό. Μόλις φτάσετε στην πόλη σας, τρέξτε αμέσως να κλειστείτε στο δωμάτιο του συμβουλίου. Κλείστε τις πόρτες και τα παράθυρα καλά. Μετά κουνείστε μερικές φορές το σακούλι και ανοίξτε το. Σας βεβαιώνω κύριοι πως θα το αισθανθείτε αμέσως, όλοι σας».
Ο δήμαρχος σηκώθηκε από την καρέκλα του.
«Σ’ ευχαριστούμε πολύ, κ. Κλητήρα, είπε. Από τα βάθη της καρδιάς μας.
Με πιο ελαφρά πόδια ο δήμαρχος και τα μέλη του συμβουλίου πήραν το δρόμο της επιστροφής στην πόλη τους. Ο δήμαρχος έδεσε το σακούλι από τη γαλάζια ομπρέλα του και το έκοψε στον ώμο. Ήταν περήφανος που είχε στην πλάτη του αυτό το περίφημο και ιστορικό φορτίο».
Πολύ σύντομα, οι σφήκες άρχισαν να σφουγκουνίζουν και να σαλεύουν μέσα στο σακούλι. Το βουητό τους ήταν μουσική για τ’ αυτιά του δημάρχου.
«Τ’ ακούτε; είπε στους συμβούλους.
