Ολυμπιακός, μαγκιά και αίμα: Το φονικό στις Τζιτζιφιές
22 Απριλίου 1973. Ξημερώματα. Οι Τζιτζιφιές ακόμα ξενυχτούν. Μπουζούκια, λουλούδια, ποτά, βαριά τσιγάρα, καπνός παντού και «μαγκιά». Μόλις δύο μήνες έχουν περάσει από το μακελειό στη «Νεράιδα της Αθήνας» με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κοεμτζή και η νύχτα μοιάζει ακόμη ηλεκτρισμένη.
Η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ήταν διαφορετική. Οι Τζιτζιφιές ήταν το επίκεντρο της νυχτερινής ζωής στα νότια προάστια. Η διασκέδαση κρατούσε μέχρι το πρωί. Μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, ένα στραβό βλέμμα μπορούσε να οδηγήσει σε καβγά. Η κοινωνία είχε σοκαριστεί μόλις δύο μήνες πριν με το φονικό στη «Νεράιδα της Αθήνας», στο πλαίσιο του οποίου ο Νίκος Κοεμτζής σκότωσε τρεις ανθρώπους για μια παραγγελιά. Όμως, αντί η βία να φοβίσει τη νύχτα, ήταν σαν να την έκανε ακόμα πιο επικίνδυνη· έψαχνε μια αφορμή για να ξεσπάσει.
Και η αφορμή δόθηκε στον «Γυρισμό», ένα από τα γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής, στη λεωφόρο Θησέως, όπου το πρώτο όνομα στη μαρκίζα ήταν αυτό της Καίτης Γκρέι. Μια κουβέντα για ένα τασάκι, κάμποσες επίμονες ματιές στις γυναίκες της παρέας και η «μαγκιά» που περισσεύει θα οδηγούσαν σε ένα φονικό που έκανε αίσθηση όχι μόνο επειδή ήρθε λίγο καιρό μετά το μακελειό που προκάλεσε ο Νίκος Κοεμτζής στην Κυψέλη αλλά και επειδή θύμα ήταν ο Γιώργος Κίνλεϊ, αδελφός του γνωστού πρώην ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού και προπονητή της Προοδευτικής, Θανάση (Σούλη) Κίνλεϊ. Ένα έγκλημα από αυτά που, όπως λέμε, γίνονται «για το τίποτα».
Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου και δικηγόρος μιλά για τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σχολιάζει τον όρο «έγκλημα τιμής» και πώς τον αντιλαμβάνονταν κάποιοι τη δεκαετία του ’70.