podlist.gr

Η Νεραϊδομυρτιά Ναπολιτάνικο παραμύθι

Ζούσε μια φορά σε ένα χωριό ένα ζευγάρι, που δεν είχε παιδιά και επιθυμούσε πολύ να αποκτήσει απογόνους. Προσευχόταν για τούτο συνεχώς η γυναίκα: «Κύριε, Μεγαλοδύναμε τ’ Ουρανού, ας γεννήσω κάτι κι ας ήταν ακόμη κι ένα κλαδάκι μυρτιάς».

Τόσο συχνά επαναλάμβανε όμως την προσευχή της αυτή και τόσο συχνές ήταν οι ικεσίες της στον ουρανό, ώστε φούσκωσε τελικά η κοιλιά της και έπειτα από εννέα μήνες, αντί για ένα αγοράκι ή ένα κοριτσάκι, έφερε στον κόσμο ένα κλαδί μυρτιάς. Το φύτεψε η αγρότισσα με ανείπωτη χαρά σε μια γλάστρα, που την τοποθέτησε στο παράθυρο και την πότιζε νωρίς το πρωί και αργά το βράδυ με όσο μεγαλύτερη φροντίδα μπορούσε.

Όταν όμως βρέθηκε μια μέρα ο γιος του βασιλιά στην περιοχή τους για κυνήγι, γοητεύτηκε τόσο πολύ από το όμορφο αυτό κλαδί, ώστε έστειλε μαντάτο στην αγρότισσα ότι ήθελε να το αγοράσει, όποιο κι αν ήταν το κόστος του. Η αγρότισσα στην αρχή αρνήθηκε, κατόπιν όμως δελεάστηκε από τις υποσχέσεις και τελικά τρόμαξε από τις απειλές και παρέδωσε στον πρίγκιπα τη γλάστρα. Τον παρακάλεσε όμως να τη φροντίζει με αγάπη και τρυφερότητα, περισσότερο κι από το ίδιο του το παιδί, επειδή του είχε τόσο μεγάλη αδυναμία, σαν να ήταν σάρκα από τη σάρκα της. Ο πρίγκιπας ζήτησε να του φέρουν τη γλάστρα στο δωμάτιό του και να την τοποθετήσουν σε ένα μπαλκόνι, όπου την έραινε και την πότιζε διαρκώς, με τα ίδια του τα χέρια.

Όταν ένα βράδυ ο πρίγκιπας είχε πέσει στο κρεβάτι και είχε σβήσει το φως, και ο κόσμος ήταν γαλήνιος κι έτοιμος να αφεθεί στις αγκάλες του ύπνου, άκουσε κάποιον να γλιστρά αθόρυβα στο δωμάτιο και να πηγαίνει στο κρεβάτι του και σκέφτηκε ότι θα ήταν ο υπηρέτης που του άδειαζε τις τσέπες ή ένα στοιχειό, που ήθελε να του τραβήξει το δέρμα από το σώμα του. Σαν θαρραλέος άντρας που ήταν όμως και δεν σκιαζόταν ούτε από τον χειρότερο δαίμονα, έκανε ότι κοιμόταν και περίμενε να δει πώς θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Άπλωσε τελικά το χέρι του και ένιωσε κάτι, που είχε ελαφρύτερη και πιο απαλή αίσθηση από τα πούπουλα της χήνας. Τινάχτηκε πάνω, έπιασε αυτή την ευαίσθητη ύπαρξη, που ήταν μια νεράιδα, την έκλεισε στα χέρια του, και άρχισαν να παίζουν το παιχνίδι της αγάπης. Πριν όμως φανούν οι πρώτες ηλιαχτίδες, σηκώθηκε η νεράιδα και εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω της τον πρίγκιπα ενθουσιασμένο από χαρά και από αγάπη, αλλά και γεμάτο περιέργεια και έκπληξη.

Έπειτα από επτά νύχτες γεμάτες διασκέδαση και χαρά, φλεγόταν από την επιθυμία να μάθει τι ήταν αυτή η ευτυχία που τόσο απλόχερα του είχαν στείλει τ’ αστέρια. Κράτησε τότε μια νύχτα σφιχτά στο χέρι του μια πλεξούδα από τα μαλλιά της, για να μην μπορέσει να του ξεφύγει και αφού άναψε τα φώτα, αντίκρισε το λουλούδι των γυναικών, το θαύμα της ομορφιάς, τον καθρέφτη της Αφροδίτης, τη γοητευτικότατη μαγεία της αγάπης, αντίκρισε ένα αξιολάτρευτο περιστεράκι, ένα χρυσό κόσμημα, μια καρδιοκλέφτρα, μια μπουκιά για βασιλιά- αντίκρισε με μια λέξη ένα θέαμα που τον είχε αφήσει άναυδο από την έκπληξη. Αφού κύλησαν μερικά λεπτά μέσα στην έκπληξη, είπε:

«Όμορφη πλεξούδα μου, που τόσο με έχεις σαγηνεύσει, όμορφα μάτια μου, που έχετε κάνει την καρδιά μου να φλέγεται από αγάπη, όμορφα χείλη, που με πνίγετε στην ηδονή, ω όμορφο χέρι, που με έχεις αφήσει έκθαμβο! Σε ποια γωνιά της φύσης πλάστηκε ένα τόσο γοητευτικό και ολοζώντανο άγαλμα;».

Ενώ μιλούσε, την έσφιγγε στην αγκαλιά του για να σβήσει τους πόθους του. Την ώρα που την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του, ξύπνησε εκείνη από τον ύπνο της και απάντησε με χαριτωμένα χασμουρητά στους αναστεναγμούς τού ερωτευμένου πρίγκιπα.

Είπε τότε αυτός ξανά:

«Μόνο εσύ πλήγωσες την καρδιά μου και μόνον εσύ μπορείς να με κάνεις καλά. Όμορφή μου αγάπη, συμπόνεσε λίγο τον άρρωστο για σένα από έρωτα, που στον πυρετό του ψήνεται, επειδή έχει περάσει από το βαθύ σκοτάδι της νύχτας στο άπλετο φως της ομορφιάς σου. Απόθεσε εδώ το χέρι σου στο στήθος μου, νιώσε το σφυγμό μου, γράψε μου μια συνταγή, βάλε το όμορφο στόμα σου πάνω στα χείλια μου! Άλλο τίποτε δεν ποθώ από το χάδι αυτού εδώ του χεριού και ξέρω καλά ότι θα οφείλω στη γλώσσα σου την υγεία μου και τη ζωή μου!».

Στο άκουσμα των λογιών αυτών, το πρόσωπο της νεράιδας έγινε κατακόκκινο σαν τη λάμψη της φωτιάς και ο πρίγκιπας την έκλεισε ξανά στην αγκαλιά του, επισφράγισε την εξομολόγηση με ένα φιλί και είπε:

«Εσύ πρέπει να γίνεις γυναίκα μου, η συντρόφισσα του σκήπτρου μου, η κάτοχος των κλειδιών της καρδιάς μου, όπως κυβερνάς και το τιμόνι της ζωής μου!».

Ύστερα από αυτές και άλλες πολλές γλύκες και ευγενικά λόγια σηκώθηκαν και οι δύο από το στρώμα και κοίταξαν αν μπορούσαν να βάλουν κάτι στο στόμα τους να φάνε. Και πέρασαν έτσι καιρό μαζί.

Η μοίρα όμως παίζει συχνά άσχημα παιχνίδια σε βάρος των ανθρώπων πριν απ’ όλα ο χωρισμός, που πικραίνει την απόλαυσή του έρωτα και είναι πάντοτε ο κακός δαίμονας των αγαπημένων. Έτσι λοιπόν συνέβη και τώρα, όταν κάλεσαν τον πρίγκιπα μια μέρα να πάει για κυνήγι και υποχρεώθηκε να αφήσει πίσω τη γυναίκα του ή μάλλον, τα δύο τρίτα της καρδιάς του. Την αγαπούσε περισσότερο και από την ίδια του τη ζωή και την έβλεπε ομορφότερη και από την ομορφιά ακόμη· εξαιτίας όμως αυτής της υπερβολικής ομορφιάς φούντωσε μέσα του το ζιζάνιο της ζήλιας, ζιζάνιο που αποτελεί θύελλα στη γαλήνια θάλασσα της αγάπης. Το ζιζάνιο, που κάνει τη ζωή να παραδέρνει μέσα στην αμφιβολία, το πνεύμα στην ανησυχία και την καρδιά στην αγωνία.

Κάλεσε λοιπόν τη νεράιδα και της είπε:

«Θα λείψω για δυο ή τρεις νύχτες. Ο Θεός μονάχα ξέρει με τι πόνο καρδιάς σε αποχωρίζομαι και σε παρακαλώ μονάχα, που τόσο με περιποιείσαι και τόσο με νοιάζεσαι, να πάρεις τη θέση σου στη γλάστρα και να μη μετακινηθείς από εκεί πριν από την επιστροφή μου».

«Θα το κάνω με μεγάλη μου ευχαρίστηση, αφού θα μείνω για πάντα δική σου» αποκρίθηκε η νεράιδα. «Κάνε μου όμως μια χάρη, σε παρακαλώ· στην κορυφή του κλαδιού της μυρτιάς κρέμασε ένα κουδουνάκι με μια από τις μεταξωτές κλωστές σου κι όταν με το καλό γυρίσεις, τράβηξε την κλωστή. Θα ακούσω τότε εγώ το κουδουνάκι και θα εμφανιστώ μπροστά σου και θα σου πω “να με κι εγώ εδώ!”«

Πράγμα που έκανε ο πρίγκιπας, που κάλεσε επίσης έναν από τους υπηρέτες του κατά μέρος και του είπε:

«Έλα εδώ, υπηρέτη, άνοιξε καλά τ’ αυτιά σου και πρόσεξε πολύ αυτό που θα σου πω. Στρώνε μου το κρεβάτι κάθε βράδυ, σαν να ήμουν εδώ και να κοιμόμουν, πότιζε κάθε πρωί αυτή τη γλάστρα και πρόσεξε καλά, επειδή τα φύλλα τα έχω ήδη μετρήσει κι αν διαπιστώσω ότι λείπει έστω και ένα, τότε αλίμονο σου!»

Αφού έδωσε αυτές τις οδηγίες, καβάλησε το άλογό του και έφυγε για το κυνήγι.

Εν τω μεταξύ, επτά άσωτες γυναίκες, με τις οποίες είχε πάρε δώσε ο πρίγκιπας στο παρελθόν, είχαν παρατηρήσει ότι ήταν καιρός τώρα που ο πρίγκιπας τις είχε λησμονήσει τελείως και είχε σταματήσει να καλλιεργεί τον σπαρμένο τους αγρό. Υπέθεσαν τότε ότι μάλλον εξαιτίας κάποιας νέας ερωτικής περιπέτειας, ο πρίγκιπας είχε λησμονήσει τις παλιές του αγάπες. Προκειμένου να το διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι, μπήκαν κρυφά στο δωμάτιο του πρίγκιπα, αλλά δεν βρήκαν ψυχή εκεί. Όταν αντίκρισαν το πανέμορφο κλαδί μυρτιάς, πήρε καθεμιά τους από ένα φυλλαράκι, η μικρότερη όμως πήρε μια ολόκληρη κορφή, εκείνη από την οποία κρεμόταν το κουδουνάκι. Μόλις το κούνησε, ήχησε το κουδουνάκι και πετάχτηκε την ίδια στιγμή μπροστά τους η νεράιδα. Όταν τα φθονερά αυτά πλάσματα αντίκρισαν τη μαγευτική εκείνη μορφή, έπεσαν σαν τα κοράκια πάνω της και άρχισαν να τη χτυπούν με μανία στο κεφάλι με ένα ρόπαλο. Μοίρασαν κατόπιν το λείψανο σε πέντε μέρη και πήρε καθεμιά τους από ένα. Μονάχα η μικρότερη δεν ήθελε να συμμετέχει σε αυτή την αθλιότητα και κράτησε μονάχα μια μπούκλα από τα χρυσαφένια της μαλλιά.

Όταν έφτασε ο υπηρέτης για να στρώσει το κρεβάτι και να ποτίσει τη γλάστρα, όπως του είχε ζητήσει το αφεντικό του, κόντεψε να πεθάνει από τον τρόμο του. Μάζεψε γρήγορα ό,τι είχε απομείνει και αφού μάζεψε και το αίμα από το πάτωμα, τα έριξε όλα μαζί μέσα στη γλάστρα και τα πότισε. Έστρωσε κατόπιν το κρεβάτι, κλείδωσε την πόρτα, έβαλε το κλειδί κάτω από το χαλάκι της πόρτας και έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα.

Μόλις όμως επέστρεψε ο πρίγκιπας από το κυνήγι, τράβηξε τη μεταξωτή του κλωστή και ήχησε το κουδουνάκι όσο όμως κι αν ηχούσε αυτό, τίποτε! Η νεράιδα παρέμενε βουβή. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του, έκανε χίλια κομμάτια την πόρτα, προχώρησε και άνοιξε το παράθυρο.

Μόλις αντίκρισε τη γλάστρα, άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του, να ουρλιάζει, να κλαίει και να οδύρεται:

«Αλίμονο μου, τον φτωχό, τον δύστυχο, ποιος μου το ’κάνε αυτό; Χαμένη μου νεράιδα, περασμένες χαρές, πού είσαι, πού είσαι, αγαπημένο μου κλαδάκι μυρτιάς; Αχ, χάθηκα ο έρμος, χάθηκα!».

Αυτά και πολλά άλλα ήταν τα λόγια που βγήκαν από το στόμα του, λόγια που έκαναν ακόμη και τις πέτρες να ραγίσουν τόσο μεγάλος ήταν ο πόνος και ο θρήνος του πρίγκιπα, τόσο αβάσταχτος, που το πρόσωπό του είχε πάρει το χρώμα άρρωστου Ισπανού.

Όταν όμως άκουσε η νεράιδα, που άνθιζε ξανά μέσα στη γλάστρα, τον θρήνο και τον οδυρμό του καημένου της αγαπημένου, άρχισε να τον συμπονεί και, τελικά, τον κοντοζύγωσε, τον αγκάλιασε σφιχτά και του είπε:

«Φτάνει, φτάνει, πρίγκιπά μου, σταμάτα πια, στέγνωσε τα ακριβά σου δάκρυα. Να με εδώ μπροστά σου, γερή και δυνατή, παρά τις φθονερές εκείνες γυναίκες, που μου έκαναν το κεφάλι μου κομμάτια».

Ήταν τότε σαν να γύρισε ο πρίγκιπας από τον θάνατο στη ζωή ξανά· το χρώμα έκανε πάλι την εμφάνισή του στα μάγουλά του, η θέρμη στο αίμα του και η ανάσα στα στήθη του και ύστερα από πολλά χάδια και φιλιά και γλυκόλογα με τα οποία γέμισε τη νεράιδα, θέλησε να τα μάθει όλα τι συνέβη, από την αρχή ως το τέλος.

Μόλις πληροφορήθηκε ότι ο υπηρέτης του ήταν εντελώς αθώος, διέταξε να τον φέρουν αμέσως πίσω.

Στήθηκε κατόπιν γιορτή που όμοια της δεν έζησε για πάρα πολλά χρόνια ο τόπος και παντρεύτηκε τη νεράιδα. Όλοι οι πρίγκιπες του βασιλείου ήταν προσκεκλημένοι στην τελετή, ακόμη και οι επτά μάγισσες, που τόσο άσχημα είχαν συμπεριφερθεί στη νεράιδα, ήταν παρούσες. Όταν το συμπόσιο είχε φτάσει στο τέλος του, ρώτησε ο...

Πηγή: https://staging2.angeligeorgia.gr/-the-fairymyrtle-neapolitan-fairy-tale-me-angeli-geogia-

Περισσότερα επεισόδια

🔁 Η Αιτία και το Αποτέλεσμα Κυμβάλειον

«Κάθε αιτία έχει το αποτέλεσμά της· κάθε αποτέλεσμα έχει την αιτία του. Όλα συμβαίνουν σύμφωνα με τον Νόμο· η “σύμπτωση” δεν είναι παρά το όνομα που δίνουμε σε άγνωστη αιτία». – ΚυμβάλειονΕισαγωγήΗ ζωή είναι γεμάτη φαινόμενα που μοιάζουν απροσδόκητα: συναντήσεις, «συμπτώσεις», προβλήματα, ευκαιρίες. Πόσες φορές έχουμε πει: «έτυχε», «ήταν τυχαίο», «ήταν σύμπτωση» «ήταν γραφτό»; Η καθημερινότητα...

⚔️Η Εκστρατεία του Θησέα κατά των Αμαζόνων

Μετά την επιστροφή του από την Κρήτη, ο Θησέας ξεκινά έναν ακόμη άθλο: την εκστρατεία κατά των Αμαζόνων. Οι Αμαζόνες ήταν ένας λαός γυναικών-πολεμιστριών που ζούσαν αυτόνομα, χωρίς άνδρες στις τάξεις τους, απορρίπτοντας τη δομή της πατριαρχικής κοινωνίας.Σύμφωνα με τον μύθο, ο Θησέας εισέβαλε στη χώρα τους και απήγαγε τη βασίλισσά τους, την Αντιόπη — αν και σε άλλες εκδοχές εκείνη τον...

🌙 Καμίλα Μαρία Μονφόρ – Η Βαμπίρ του Αμαζόνιου που Ίσως Ζει Ακόμα

Υπάρχουν ιστορίες που μοιάζουν με σκιά: κυλούν ανάμεσα σε μύθο και αλήθεια, ξεφεύγουν από τα βιβλία και φωλιάζουν στη συλλογική φαντασία. Μια τέτοια σκιά είναι η ιστορία της Καμίλα Μαρία Μονφόρ (Camille Marie Monfort), μιας μυστηριώδους Γαλλίδας σοπράνο του 19ου αιώνα, που το όνομά της αντηχεί σαν ξεχασμένη μελωδία στις όχθες του Αμαζονίου.Λένε πως εμφανίστηκε στη Μπελέμ (Belém – Μπελέμ) της...