Τα τέκνα του Ανέμου, η κληρονομιά των χαρισμάτων χωρίς σεβασμό και ταπεινοφροσύνη.
Ο Αίολος ζούσε σ’ ένα φανταστικό πλωτό νησί την Αιολία. Πολλοί εικάζουν ότι βρισκόταν βόρεια της Σικελίας και το ταύτιζαν με το νησί Λιπάρα. Μάλιστα ήταν και ένας από τους σταθμούς του Οδυσσέα.
Αίολος σημαίνει «ευκίνητος» και «πολύχρωμος», ήταν έξυπνος και πολυμήχανος είχε εφεύρει τα πανιά των πλοίων. Ήταν ευσεβής και δίκαιος και τιμούσε τους θεούς. Γι’ αυτό ο Ποσειδώνας τον έχρισε φύλακα όλων των ανέμων. Ο Αίολος ζούσε σ’ ένα παλάτι με τη γυναίκα του και τα 12 παιδιά του, έξι αγόρια και έξι κορίτσια που έχουν ζευγαρωθεί μεταξύ τους. Κρατάει όλους τους ανέμους φυλακισμένους σε μια σπηλιά και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις τους αφήνει να βγουν μέσα από μια στενή δίοδο. Στην Οδύσσεια ο Αίολος φιλοξένησε τον Οδυσσέα για 30 μέρες. Του έδωσε οδηγίες για να γυρίσει στην Ιθάκη και του παρέδωσε τους ανέμους κλεισμένους σε ένα ασκί από τομάρι εννιάχρονου βοδιού που το έδεσε με ασημένιο νήμα. Γνωρίζουμε πως οι σύντροφοι του Οδυσσέα πίστεψαν ότι το ασκί έχει θησαυρούς και το άνοιξαν κρυφά εξαπολύοντας όλους τους ανέμους που βγήκαν με ορμή, έσκισαν τα πανιά και γύρισαν το πλοίο στην Αιολία ξανά. Ο Αίολος αρνήθηκε να βοηθήσει και δεύτερη φορά υποστηρίζοντας πως τους έχουν καταραστεί οι θεοί.
Ένας από τους γιούς του Αίολου ήταν ο Σίσυφος ήταν πρότυπο εξυπνάδας και πονηριάς. Κληρονόμησε το χάρισμα της ευφυίας από τον θεϊκό πατέρα του και το χρησιμοποίησε για βδελυρούς σκοπούς. Πανούργος καθώς ήταν επιδόθηκε σε κλεψιές κυρίως. Έκλεβε ζώα αλλά και πλούσιους ταξιδιώτες που τους ξεγελούσε με όμορφα λόγια, τους φιλοξενούσε στο παλάτι του και αφού τους λήστευε τους έδενε σ’ έναν πάσσαλο και τους συνέτριβε πετώντας τους πέτρες. Μεθυσμένος από τη δύναμη που είχε και την ατιμωρησία, σκέφτηκε να ξεγελάσει τους θεούς. Όταν ο Δίας έκλεψε μια όμορφη κοπέλα από τον πατέρα της, την έκρυψε κάπου με ασφάλεια και είπε στον Σίσυφο που ήταν η κρυψώνα. Κι ενώ υποσχέθηκε στον Δία ότι θα το κρατούσε μυστικό, με αντάλλαγμα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από τον πατέρα της κοπέλας πρόδωσε αμέσως τον πατέρα των θεών. Ο Δίας φυσικά επίλεξε την θανατική ποινή για τον Σίσυφο. Ο Σίσυφος όμως πάλι ξεγέλασε τους θεούς κι αυτή τη φορά τον άρχοντα του κάτω κόσμου, τον Άδη. Τον έδεσε και τον έκλεισε σ’ ένα μπουντρούμι με άσχημα αποτελέσματα. Οι άνθρωποι δεν πέθαιναν με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Περισσότερο ενοχλήθηκε ο Άρης ο θεός του πολέμου, αφού σε ολόκληρο τον κόσμο οι άντρες σκοτωνόντουσαν στη μάχη και ευθύς ζωντάνευαν ξανά και έπιαναν τα όπλα. Τελικά ο Άρης ελευθέρωσε τον Άδη και οι δύο θεοί έστειλαν κακήν κακώς τον Σίσυφο στον κάτω κόσμο. Όμως ο Σίσυφος δεν ήταν από τους ανθρώπους που έχαναν και σκέφτηκε ένα πανούργο τέχνασμα πάλι. Όταν έφτασε στο βασίλειο των νεκρών πήγε αμέσως στην Περσεφόνη και παραπονέθηκε πως ήταν ακόμα ημιθανής και άταφος και πως ήταν απαραίτητο να γυρίσει πάλι στον πάνω κόσμο να κανονίσει την κηδεία του. Η κόρη της Δήμητρας, ευαίσθητη καθώς ήταν, τον πίστεψε και του επέτρεψε να γυρίσει. Ο Σίσυφος ήρθε πάλι στον κόσμο των θνητών χωρίς καμιά πρόθεση να γυρίσει και συνέχισε τη ζωή του όπως ακριβώς ήταν πριν, χωρίς να συνετιστεί από το πάθημά του. Δεν ξέφυγε όμως από το αετίσιο μάτι του Δία, που μόλις τον είδε και έμαθε τι είχε κάνει κατέφυγε στα μεγάλα μέσα: έστειλε τον Ερμή που ήταν πιο έξυπνος (πάντα υπάρχει κάποιος πιο έξυπνος να μην το ξεχνάμε) να τον αναγκάσει να συναντήσει την καθορισμένη του τύχη. Οι κριτές των νεκρών, Ραδάμανθυς και Μίνωας, επέβαλλαν την πιο ταιριαστή τιμωρία σ’ έναν απατεώνα όπως ο Σίσυφος, που επιπλέον είχε σκοτώσει άσπλαχνα τόσους ανθρώπους όσο ζούσε. Τοποθέτησαν έναν τεράστιο βράχο μπροστά του σε μια απότομη πλαγιά και τον υποχρέωσαν να τον σπρώχνει ως την κορυφή για να μην τον πλακώσει. Του είπαν πως αν κατάφερνε να κυλήσει τον βράχο ως την κορυφή και τον ρίξει στην απέναντι πλευρά θα τελείωνε το μαρτύριο του. Φυσικά τον ξεγέλασαν, όπως άλλωστε και ο ίδιος έκανε στη ζωή του, ξεγελούσε τους πάντες. Ήταν αδύνατον να το κατορθώσει αυτό γιατί ο βράχος ήταν βαρύς και τεράστιος και έτσι όταν έφτανε στην κορυφή του
