Ο μύθος του Πύραμου και της Θίσβης - Αποσυμβολισμός και Ψυχολογικές Προεκτάσεις.
Ένας μύθος «προάγγελος» του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ο Πύραμος και η Θίσβη ήταν ερωτευμένοι, αλλά οι οικογένειές τους απαγόρευαν την ένωσή τους.
Αυτή η παλιά ιστορία, έγινε της μόδας ακόμα και στα θρηνητικά τραγούδια του Μεσαίωνα καθώς και πολλοί ποιητές σε πολλές εποχές έκαναν υπαινιγμούς σε αυτήν την περιπέτεια, ο Σαίξπηρ για παράδειγμα εμπνεύστηκε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα αλλά υπάρχουν και αναφορές στο έργο του «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας». Στην ιστορία αυτή υπάρχει τόσο μυθολογικό όσο και υπερφυσικό στοιχείο. Είναι μια από τις πιο γνωστές αρχαίες ελληνικές τραγωδίες που σχετίζεται με την έννοια της τραγικής αγάπης και της απόλυτης αφοσίωσης. Η ιστορία αυτή αναδύεται μέσα από την αντίθεση μεταξύ της εικονικής αγνότητας του έρωτα και της μοίρας που ενδεχομένως να τον καταστρέψει. Αν και ο μύθος περιλαμβάνει μια απλή ιστορία που τείνει προς την καταστροφή, ο αποσυμβολισμός του, καθώς και οι ψυχολογικές του προεκτάσεις, είναι βαθύτατες και μιλούν για τα όρια του ανθρώπινου ψυχισμού, της συναισθηματικής εξάρτησης και των απογοητεύσεων του έρωτα.
Η Ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης
Ο μύθος του Πύραμου και της Θίσβης προέρχεται από την Ανατολική Μυθολογία (κυρίως την περσική και τη Βαβυλωνιακή παράδοση) και έχει διαφοροποιήσεις σε διάφορες εκδοχές. Στη πιο δημοφιλή εκδοχή της, οι δύο νέοι, ο Πύραμος και η Θίσβη, ήταν ερωτευμένοι και ζούσαν σε γειτονικά σπίτια. Οι οικογένειές τους, όμως, ήταν αντίπαλοι και δεν ήθελαν να επιτρέψουν την ένωση τους. Έτσι, οι νέοι καταφεύγουν στην κρυφή επικοινωνία και συνεννοούνται να συναντηθούν σε έναν τάφο έξω από την πόλη, κοντά σε μια βελανιδιά.
Ωστόσο, κατά την αναμονή της Θίσβης, εμφανίζεται ένα λιοντάρι και, τρομοκρατημένη, η Θίσβη το ‘βαλε στα πόδια και αφήνει το πέπλο της πίσω. Το λιοντάρι ξέσκισε με τα γαμψά του νύχια το πέπλο. Η Θίσβη βρισκόταν χωμένη σ΄ ένα βαθούλωμα ενός βράχου τρέμοντας από τον φόβο της. Όταν ο Πύραμος φτάνει και βρίσκει το ρούχο, πιστεύει ότι η Θίσβη έχει πεθάνει, θύμα του άγριου θηρίου. Έτσι αυτοκτονεί με το σπαθί του, δεν θέλει να ζήσει χωρίς τη γυναίκα που λατρεύει. Όταν η Θίσβη επιστρέφει και βλέπει το σώμα του Πύραμου, παίρνει το ματωμένο σπαθί και αυτοκτονεί κι αυτή. Το αίμα των δύο νέων ανακατεύτηκε και πλημύρισε τη γη. Σ’ εκείνο το σημείο υπήρχε μια μουριά που έκανε λευκούς καρπούς , αλλά επειδή οι ρίζες της ποτίστηκαν με το αίμα των δυο εραστών άρχισε να βγάζει κόκκινα μούρα, σαν το αίμα τους. Άλλες παραδόσεις λένε πως ο Πύραμος έγινε ποταμός και η Θίσβη πηγή που βρισκόταν στην Κιλικία.
Οι δύο νέοι είναι τελικά ενωμένοι στον θάνατο, μια αλληγορία της αιώνιας αγάπης που υπερβαίνει τη ζωή και τον θάνατο.
Αποσυμβολισμός του Μύθου:
Ο Έρωτας και η Ώρα της Μοίρας: Ο έρωτας του Πύραμου και της Θίσβης είναι τραγικός ακριβώς επειδή η αγάπη τους είναι εξαιρετικά αθώα και αγνή, αλλά παρόλα αυτά ανατρέπεται από τη μοίρα. Η μοίρα τους φαίνεται να είναι καταδικασμένη και τα δύο πρόσωπα οδηγούνται στον θάνατο χωρίς να φταίνε, μόνο και μόνο επειδή οι εξωτερικές συνθήκες (οι οικογένειες, η κοινωνία) είναι εναντίον τους. Η αγάπη τους αναγνωρίζεται ως μια δύναμη που αντιστέκεται στη λογική και την κοινωνία, αλλά η καταστροφή τους δείχνει την ανικανότητα του ανθρώπου να ελέγξει τη μοίρα του.
Η Συμβολική Ένωση στον Θάνατο: Ο θάνατος του Πύραμου και της Θίσβης είναι η απόλυτη ένωση του έρωτα, αφού μετά το θάνατό τους οι δύο είναι ενωμένοι, χωρίς να υπάρχουν κοινωνικά όρια ή αντιφάσεις. Ο θάνατος εδώ δεν είναι απλώς τραγικός, αλλά συμβολίζει την ιδέα της αιώνιας αγάπης, που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες της ζωής, αλλά βρίσκεται πέρα από αυτές, στην ενότητα που προσφέρει η θυσία.
Η Λανθασμένη Αντίληψη: Η λανθασμένη αντίληψη του Πύραμου για τον θάνατο της Θίσβης, καθώς και η αυτοκτονία της Θίσβης όταν ανακαλύπτει το σώμα του, αντανακλά μια κοινή ψυχολογική σύγκρουση: την αδυναμία του ανθρώπου να δει την πραγματικότητα με καθαρή ματιά και τη σύγχυση που προκαλεί η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Η αντίδραση τους...
